3 Φεβ 2013

Η ντροπή ... κατά τον Αριστοτέλη

Τώρα ποια πράγματα ντρέπονται οι άνθρωποι ή αντίθετα για ποια δεν αισθάνονται καμιά ντροπή, και μπροστά σε ποιους και σε ποια κατάσταση ευρισκόμενοι, γίνεται φανερό από τα ακόλουθα.
Ας ορίσουμε τη ντροπή ως ένα είδος λύπης ή ταραχής πού προέρχεται από τα κακά εκείνα,....
τα παρόντα, παρελθόντα ή μέλλοντα, πού φαίνονται ότι οδηγούν στην ανυποληψία, ενώ ή αναισχυντία είναι κάποια περιφρόνησις και αδιαφορία για τα ίδια αυτά κακά.

Αν λοιπόν έτσι ορίζεται ή ντροπή, πρέπει να ντρέπεται κανείς για εκείνα τα κακά πού φαίνονται ότι είναι αισχρά ή για μας ή για κείνους πού ενδιαφερόμαστε. Τέτοια είναι τα έργα πού προέρχονται από δειλία, όπως παραδείγματος χάριν να πετάξεις την ασπίδα ή να τραπείς εις φυγή. Γιατί τέτοιες πράξεις προέρχονται από δειλία. Τέτοιο είναι και το να κατακρατήσεις μια παρακαταθήκη. Γιατί αυτό πηγάζει από αδικία. Και το να συναναστρέφεσαι πρόσωπα πού δεν πρέπει ή σε μέρος πού δεν πρέπει ή σε χρόνο πού δεν πρέπει. Γιατί αυτό προέρχεται από ακολασία.

Επαίσχυντο είναι και το να επιδιώκεις να κερδίζεις από μικρά πράγματα ή από αισχρά ή από αδύνατους ανθρώπους, όπως επί παραδείγματι από φτωχούς ή από πεθαμένους. Έτσι βγήκε κι ή παροιμία: «Κοιτάζουν να κερδίσουν κι από πεθαμένο». 

Γιατί μια τέτοια διάθεσις προέρχεται από αισχροκέρδεια και φιλοχρηματία. Ντροπή είναι και να μη βοηθάς κάποιον με χρήματα τη στιγμή πού μπορείς, ή να τον βοηθάς λιγότερο από δ,τι πρέπει. Ντροπή είναι και να δεχόμαστε βοήθεια από ανθρώπους πού είναι λιγότερο εύποροι από μας. Και να δανειζόμαστε από εκείνον πού φαίνεται ότι ζητεί δάνειο, και να ζητούμε από εκείνον πού μας ζητεί το οφειλόμενο, και να απαιτούμε κάποιο χρέος τη στιγμή πού ό άνθρωπος μας ζητάει, και να επαινούμε κάποιον ώστε να φαινόμαστε ότι ζητούμε, και ενώ έχουμε αποτύχει στο ζητούμενο να εξακολουθούμε να επιμένουμε.

Γιατί όλα αυτά είναι σημεία τσιγκουνιάς. Και να επαινούμε έναν πού είναι παρών, να υπερτονίζουμε τις αρετές του και να αποσιωπούμε τα ελαττώματα του, και να δείχνουμε μεγαλύτερη λύπη από έναν πού είναι λυπημένος, κι όλα τα τέτοια είναι επαίσχυντα. Γιατί είναι σημάδια κολακείας.

Ντροπή είναι και να μη υπομένομε κόπους πού τούς υπομένουν οι μεγαλύτεροι μας στα χρόνια ή οι καλομαθημένοι ή άνθρωποι πού έχουν υψηλότερες θέσεις από εμάς ή είναι σωματικά πιο αδύνατοι από μας. Γιατί όλα αυτά είναι σημάδια θηλυπρέπειας. Και να ευεργετούμαστε από άλλον, και μάλιστα όταν αυτό γίνεται πολλές φορές, και να αναφέρουμε με τρόπο προσβλητικό για τον άλλον τις ευεργεσίες πού του κάμαμε. Γιατί όλα αυτά είναι σημεία μικροψυχίας και ταπεινότητας.

Ντροπή είναι και να περιαυτολογούμε και να δίνουμε υποσχέσεις, και να ισχυριζόμαστε ότι τα ξένα είναι δικά μας. Γιατί αυτό είναι σημάδι αλαζονείας. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα άλλα ελαττώματα του χαρακτήρα, για τις πράξεις πού απορρέουν από αυτά, για τα σημάδια τους και για τα πράγματα πού μοιάζουν με αυτά, όλα αυτά είναι αισχρά και μας κάνουν να ντρεπόμαστε.

Επαίσχυντο είναι επίσης και να μη μετέχουμε στα αγαθά πού μετέχουν όλοι ή όλοι οι όμοιοί μας ή οι περισσότεροι. Κι όταν λέω όμοιοι, εννοώ τούς ομοεθνείς, τούς συμπολίτες, τούς συνομήλικες, τούς συγγενείς, γενικά όλους πού είναι του δικού μας επιπέδου. 

Είναι, πράγματι, ντροπή να μη μετέχουμε στη μόρφωση, επί παραδείγματι, στον ίδιο βαθμό, καθώς και στα άλλα αγαθά. Κι όλα αυτά είναι πιο επαίσχυντα, αν προέρχονται από δική μας υπαιτιότητα. Γιατί έτσι όλα φαίνονται ότι οφείλονται μάλλον στην κακία μας, αν εμείς οι ίδιοι είμαστε αίτιοι για τα κακά πού υπήρξαν, πού υπάρ-χουν ή μέλλουν να υπάρξουν.

Και αισθανόμαστε ντροπή όταν παθαίνουμε ή έχουμε πάθει ή πρόκειται να πάθουμε τέτοια κακά πού οδηγούν στην ανυποληψία και το στιγματισμό. Και τέτοια είναι όσα υπηρετούν το σώμα ή επαίσχυντες πράξεις, μεταξύ των οποίων και ή υβριστική συμπεριφορά. Και όσα αναφέρονται στην ακολασία, είτε συντελούνται με τη θέλησή μας η χωρίς αυτή, είναι αισχρά.

 Όπως επίσης καίω όσα αναφέρονται στη βία, τα όποια βέβαια είναι ακούσια. Γιατί το να υπομένεις τη βία και να μη την αντιμετωπίζεις, προέρχεται από δειλία ή από ανανδρία. Αυτά λοιπόν και τα παρόμοια προκαλούν ντροπή στους ανθρώπους.

Κι επειδή ή ντροπή είναι φαντασία ότι χάνουμε την υπόληψή μας, αυτήν κυρίως και όχι τις συνέπειες, κι επειδή κανείς δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη των άλλων παρά μόνο για κείνους πού έχουν αυτή τη γνώμη γι’ αυτόν, συνάγεται ότι ντρεπόμαστε τα πρόσωπα εκείνα πού εκτιμούμε. Και εκτιμούμε αυτούς πού μας θαυμάζουν πι αυτούς πού θαυμάζουμε, και εκείνους από τούς οποίους θέλουμε να θαυμαζόμαστε, και όσοι είναι εφάμιλλοι μας και εκείνοι των οποίων τη γνώμη δεν καταφρονούμε.

Θέλουμε λοιπόν να μας θαυμάζουν και θαυμάζουμε κι εμείς εκείνους τούς ανθρώπους πού έχουν κάποιο αγαθό από αυτά πού θεωρούνται πολύτιμα ή όσους τυχαίνει να παρακαλούμε επίμονα για κάτι πού είναι στο χέρι τους, όπως εκείνοι πού αγαπούν.

Εκείνοι προς τούς οποίους αμιλλώμαστε είναι οι όμοιοί μας, και εκείνοι για τούς οποίους φροντίζουμε είναι οι φρόνιμοι, γιατί πάντα έχουν με το μέρος τους την αλήθεια. Και τέτοιοι είναι οι μεγαλύτεροι στην ηλικία και οι μορφωμένοι. Ντρεπόμαστε για πράξεις πού κάνουμε μπροστά στα μάτια των άλλων και μάλλον στα φανερά. ’Έτσι προήλθε και ή παροιμία: «ή ντροπή είναι στα μάτια». Γι’ αυτό ντρεπόμαστε περισσότερο αυτούς πού θα βρίσκονται πάντοτε κοντά μας κι αυτούς πού μας προσέχουν, γιατί και στις δυο περιπτώσεις είμαστε μπροστά στα μάτια τους.
Η ντροπή κατά τον Αριστοτέλη, αυτογνωσία, ψυχολογία
Ντρεπόμαστε επίσης τούς ανθρώπους πού δεν κατηγορούνται για τα ίδια πράγματα με μας, γιατί είναι φανερό ότι αυτοί φρονούν τα αντίθετα από εμάς. Κι αυτούς πού δεν συγχωρούν εύκολα εκείνους πού φαίνονται ότι σφάλλουν. Γιατί για ότι κάνει κανείς ό ίδιος, δεν μέμφεται ποτέ τούς άλλους. Ώστε είναι φανερό ότι τούς μέμφεται για όσα δεν πράττει ό ίδιος.

Και κείνους που έχουν τη συνήθεια να εξαγγέλλουν στους πολλούς τα σφάλματά μας. Γιατί δεν διαφέρει καθόλου το να μη διαδίδεις ένα σφάλμα από το να μην το θεωρείς σφάλμα. Τώρα διαδίδουν τα σφάλματά μας αυτοί πού έχουν αδικηθεί από εμάς κι οι κακολόγοι.

Γιατί αφού κατηγορούν κι αυτούς πού δε σφάλλουν, πολύ περισσότερο κατηγορούν αυτούς που σφάλλουν. Και κείνους πού περνούν τον καιρό τους ασχολούμενοι με τα σφάλματα των άλλων, όπως είναι, επί παραδείγματι, οι χλευασταί κι οι συγγραφείς κωμωδιών. Γιατί κατά κάποιον τρόπο αυτοί είναι κακολόγοι και συνηθίζουν να σπερμολογούν.

Και,κεΐνους πού ποτέ δεν μας άρνήθηκαν κάτι πού τούς ζητηύαμε. Γιατί φαίνονται σά να μας θαυμάζουν. Γι’ αυτό και ντρεπόμαστε τούς ανθρώπους πού για πρώτη φορά μας παρακάλεσαν για κάτι, γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν τούς δώσαμε αφορμή να σχηματίσουν κακή γνώμη για εμάς.

Και τέτοιοι είναι αυτοί πού μόλις τώρα θέλουν να γίνουν φίλοι μας (γιατί έχουν προσέξει την καλύτερη πλευρά τού εαυτού μας, γι’ αυτό και ήταν εύστοχη ή απόκριση τοϋ Ευριπίδη προς τούς Συρακόσιους) και από τούς παλιούς γνωστούς μας όσοι δεν ξέρουν τίποτε εις βάρος μας. 

Οί άνθρωποι ντρέπονται όχι μόνο για τα πράγματα πού προκαλούν ντροπή, για τα όποια μιλήσαμε, αλλά και με τις ένδείξεις τους, επί παραδείγματα όχι μόνο όταν κάνουμε έρωτα, αλλά και όταν κάνουμε τα σχήματα αυτού.

Και δχι μόνο όταν κάνουμε αισχρές πράξεις, αλλά και όταν αίσχρολογούμε. Επίσης, δεν ντρεπόμαστε μόνο αυτούς πού άναφέραμε, αλλά και αυτούς πού θα ανακοινώσουν σέ αυτούς τις πράξεις μας, όπως είναι οι υπηρέτες κι οι φίλοι τους.

Γενικά δεν ντρεπόμαστε αυτούς, των όποιων καταφρονούμε τη γνώμη σχετικά με την αλήθεια (γιατί κανείς δεν ντρέπεται τα παιδιά και τα ζώα), ούτε ντρεπόμαστε για τα ίδια πράγματα τούς γνωστούς και αγνώστους, αλλά τούς γνωστούς τούς ντρεπόμαστε για κείνα πού είναι αληθινά πράγματα τής ντροπής, ενώ τούς αγνώστους για όσα απαγορεύει ό νόμος.

Και τώρα οι άνθρωποι μπορεί να νοιώσουν ντροπή όταν βρεθούν στις ακόλουθες συνθήκες. Πρώτα-πρώτα, αν βρεθούν μπροστά σέ πρόσωπα με τα όποια έχουν τέτοια σχέση σάν αυτή πού, όπως άναφέραμε, προκαλεί ντροπή.

Και τέτοια είναι πρόσωπα πού ή τα θαυμάζουμε ή μας θαυμάζουν ή πρόσωπα από τα όποια θέλουμε να θαυμαζόμαστε, ή πρόσωπα των όποιων χρειαζόμαστε τις υπηρεσίες τους και δεν θα τις έπιτύχουμε, αν δεν έχου με καλό δνομα.

Επίσης τέτοια είναι και τα πρόσωπα πού μας βλέπουν, όπως ό Κυδίας, ό όποιος όταν μιλούσε στο λαό για τις κληρουχίες της Σάμου, ζήτησε από τούς Αθήναίους να φανταστούν ότι στέκουν γύρω τους όλοι οι Ελληνες και τούς βλέπουν, δεν θα άκούσουν απλώς τις αποφάσεις τους.

Επίσης ντρεπόμαστε αν τα πρόσωπα αυτά είναι πλησίον ή αν πρόκειται να λάβουν γνώσι των πράξεών μας. Γι’ αυτό και δεν θέλουμε ποτέ να μας βλέπουν οι ανταγωνισταί μας, όταν δεν τα καταφέρουμε. 
1385α 
Γιατί οι ανταγωνιστές μας, μας έχουν εκτίμηση. Ντρεπόμαστε ακόμα κι όταν συνδεόμαστε με πράξεις ή πράγματα (πού προκαλούν ντροπή) ή δικά μας ή των προγόνων μας ή άλλων, με τούς οποίους έχουμε κάποιο συγγενικό δεσμό. Και γενικά, οι άνθρωποι ντρέπονται μπροστά σε αυτούς πού σέβονται. Και τέτοιοι είναι αυτοί τούς όποιους αναφέραμε και όσοι έχουν κάποια σχέση με αυτούς, και των οποίων υπήρξαμε δάσκαλοι ή σύμβουλοι, ή αν έχουμε άλλους ανταγωνιστές, όμοιους με μας. Γιατί από ντροπή προς αυτούς τούς ανθρώπους και πολλά κάνουμε και πολλά αποφεύγουμε.

Και περισσότερο ντρεπόμαστε όταν πρόκειται να μας ιδούν να συναναστρεφόμαστε φανερά εκείνους πού γνωρίζουν τα σχετικά με εμάς. 

Γι' αυτό κι ο ποιητής Αντιφών, όταν επρόκειτο να θανατωθεί με αποτυμπανισμό από τον Διονύσιο τον τύραννο, είπε προς τους μελλοθανάτους συγκαταδίκους του, πού σκέπαζαν το πρόσωπό τους περνώντας μπροστά από το πλήθος: «Τί σκεπάζεστε;», τούς λέει. «Ή μήπως αύριο πρόκειται να σάς ειδή κανένας από αυτούς;».

Αυτά για την ντροπή. Τώρα για την αναισχυντία είναι φανερό ότι θα μπορέσουμε να διδαχθούμε από τα αντίθετα.
Πηγή:Αριστοτέλους Ρητορική Τέχνη, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων
Μετάφρ/Σημειώσ: Απ. Παπανδρέου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...