ΤΑΚΤΙΚΕΣ ελέγχων που εφαρμόζονται στην Αμερική και σε αρκετές χώρες της
Ευρώπης για τον έμμεσο προσδιορισμό του πραγματικού φορολογητέου
εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων υιοθετεί με απόφασή του το
υπουργείο Οικονομικών.
Με βάση την απόφαση θα γίνεται πλήρης αποτύπωση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού αλλά και πλήρης καταγραφή των δαπανών, ώστε να προκύπτει από τη διαφορά το ποσό που θα φορολογείται.......
Επί της ουσίας, ο ελεγκτής θα ζητάει από τον ελεγχόμενο και τα συγγενικά του πρόσωπα ακριβή εικόνα της περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή των εσόδων και των δαπανών. Δηλαδή θα καταγράφει κινητή περιουσία, ακίνητη, κοσμήματα, καταθέσεις, δάνεια, υποθήκες, μετρητά, κινήσεις πιστωτικών καρτών, γονικές παροχές, κληρονομιές. Με βάση αυτά θα σχηματίζεται το ισοζύγιο και αναλόγως με το εάν αυτό είναι θετικό ή αρνητικό, θα προκύπτει το πραγματικό φορολογητέο εισόδημα.
Αυτές οι τεχνικές θα εφαρμοστούν σε όλες τις ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος, σε περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητος πλουτισμός, σε περιπτώσεις που υπάρχουν μεγάλες δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα, σε περιπτώσεις που παρατηρείται ότι τα ατομικά εισοδήματα είναι πάντα κοντά ή κάτω από το αφορολόγητο όριο, ή ακόμα και στις περιπτώσεις που υπάρχουν πληροφορίες για παράνομα ή αδήλωτα εισοδήματα.
Με τις οδηγίες που δίνει ο υφυπουργός Οικονομικών Γιώργος Μαυραγάνης στους εφόρους, η εφορία θα υπολογίζει από μόνη της το καθαρό εισόδημα του κάθε πολίτη που επιλέγεται για έλεγχο. Αν το ποσό ξεπερνά το δηλωθέν, θα φορολογεί αγρίως έως και 40% και 45% ως «μη δηλωθέν» το επιπλέον εισόδημα που η εφορία εκτιμά πως είχε ο φορολογούμενος κάθε χρονιά.
Με τις «έμμεσες τεχνικές ελέγχου» οι εφορίες θα φτιάξουν ατομικούς φακέλους και έναν πίνακα με δύο στήλες, για κάθε ελεγχόμενο φορολογούμενο, με βάση το ΑΦΜ.
Στη μία στήλη θα προστίθενται τα πάσης φύσεως έσοδα που βλέπει η εφορία πως είχε ο υπόχρεος («πηγές εσόδων»). Σε αυτά θα προστίθενται και ό,τι εισπράττει κάποιος από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.
Στην άλλη στήλη, οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών θα καταγράφουν όλες τις δαπάνες και τα έξοδα της χρονιάς («αναλώσεις κεφαλαίων/εσόδων»). Θα προστίθενται και οι αναλήψεις καταθέσεων.
Στο τέλος θα αφαιρείται η διαφορά «ενεργητικού» και «παθητικού». Η διαφορά μεταξύ στήλης «Αναλώσεις Κεφαλαίων/Εσόδων» και στήλης «Πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων» θεωρείται η «καθαρή θέση» (πόσα κέρδισε) για κάθε ελεγχόμενο και, εφόσον δεν αιτιολογείται, υπόκειται σε φορολόγηση.
Οι αυξήσεις ή μειώσεις της «Καθαρής Θέσης» κάθε έτους αναπροσαρμόζονται με βάση τι δίνει και τι παίρνει κάποιος άνευ ανταλλάγματος (αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, προίκας, κέρδη από τυχερά παίγνια, ανταλλαγές) και τις περιπτώσεις εκποίησης αυτών. Το βάρος της απόδειξης για τις πιο πάνω περιπτώσεις φέρει ο φορολογούμενος.
Όλα αυτά, μαζί με τις ατομικές και οικογενειακές δαπάνες κάθε είδους, θα συγκρίνονται με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Οι προκύπτουσες διαφορές θεωρούνται μη δηλούμενο εισόδημα και εφόσον δεν αιτιολογούνται υπόκεινται σε φορολόγηση.
Το πρόβλημα είναι πως ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για τα επιπλέον εισοδήματα που υπολογίζει η εφορία. Ζήτημα είναι και το πώς θα υπολογίζει η εφορία τις πληρωμές με μετρητά, εφόσον πολλοί αποφεύγουν –και για φορολογικούς λόγους– να φέρουν τις καταθέσεις τους ξανά στις τράπεζες.
Η τεχνική αυτή οδηγεί και σε αναδρομικούς φόρους για όλα τα ανέλεγκτα έτη αφού «αναδημιουργεί» το οικονομικό ιστορικό του ελεγχόμενου και προσδιορίζει φορολογητέο εισόδημα, με βάση όλα τα περιουσιακά στοιχεία σε Ελλάδα και εξωτερικό, αλλά και όλα τα διαθέσιμα κεφάλαια, ατομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά (σύζυγος, προστατευόμενα μέλη κ.λπ.).
Η νέα τεχνική προσδιορίζει φορολογητέο εισόδημα παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του φορολογούμενου, είτε με την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωσή τους σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις και τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης χρήσης και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.
Η εφορία μπορεί να στηρίζεται και σε στοιχεία που παίρνει από τράπεζες, ΔΕΚΟ κ.λπ., αλλά και από «πληροφορίες» που φτάνουν στους ελεγκτές.
Για να αποφύγει τα χειρότερα ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί ότι οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του αφορούν μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα όπως εκταμιεύσεις δανείων, συμψηφιστικές κινήσεις και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.
Πηγή : express.gr
Επιμέλεια : NewsRoom Mykonos Ticker
Με βάση την απόφαση θα γίνεται πλήρης αποτύπωση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού αλλά και πλήρης καταγραφή των δαπανών, ώστε να προκύπτει από τη διαφορά το ποσό που θα φορολογείται.......
Επί της ουσίας, ο ελεγκτής θα ζητάει από τον ελεγχόμενο και τα συγγενικά του πρόσωπα ακριβή εικόνα της περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή των εσόδων και των δαπανών. Δηλαδή θα καταγράφει κινητή περιουσία, ακίνητη, κοσμήματα, καταθέσεις, δάνεια, υποθήκες, μετρητά, κινήσεις πιστωτικών καρτών, γονικές παροχές, κληρονομιές. Με βάση αυτά θα σχηματίζεται το ισοζύγιο και αναλόγως με το εάν αυτό είναι θετικό ή αρνητικό, θα προκύπτει το πραγματικό φορολογητέο εισόδημα.
Αυτές οι τεχνικές θα εφαρμοστούν σε όλες τις ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος, σε περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητος πλουτισμός, σε περιπτώσεις που υπάρχουν μεγάλες δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα, σε περιπτώσεις που παρατηρείται ότι τα ατομικά εισοδήματα είναι πάντα κοντά ή κάτω από το αφορολόγητο όριο, ή ακόμα και στις περιπτώσεις που υπάρχουν πληροφορίες για παράνομα ή αδήλωτα εισοδήματα.
Με τις οδηγίες που δίνει ο υφυπουργός Οικονομικών Γιώργος Μαυραγάνης στους εφόρους, η εφορία θα υπολογίζει από μόνη της το καθαρό εισόδημα του κάθε πολίτη που επιλέγεται για έλεγχο. Αν το ποσό ξεπερνά το δηλωθέν, θα φορολογεί αγρίως έως και 40% και 45% ως «μη δηλωθέν» το επιπλέον εισόδημα που η εφορία εκτιμά πως είχε ο φορολογούμενος κάθε χρονιά.
Με τις «έμμεσες τεχνικές ελέγχου» οι εφορίες θα φτιάξουν ατομικούς φακέλους και έναν πίνακα με δύο στήλες, για κάθε ελεγχόμενο φορολογούμενο, με βάση το ΑΦΜ.
Στη μία στήλη θα προστίθενται τα πάσης φύσεως έσοδα που βλέπει η εφορία πως είχε ο υπόχρεος («πηγές εσόδων»). Σε αυτά θα προστίθενται και ό,τι εισπράττει κάποιος από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.
Στην άλλη στήλη, οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών θα καταγράφουν όλες τις δαπάνες και τα έξοδα της χρονιάς («αναλώσεις κεφαλαίων/εσόδων»). Θα προστίθενται και οι αναλήψεις καταθέσεων.
Στο τέλος θα αφαιρείται η διαφορά «ενεργητικού» και «παθητικού». Η διαφορά μεταξύ στήλης «Αναλώσεις Κεφαλαίων/Εσόδων» και στήλης «Πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων» θεωρείται η «καθαρή θέση» (πόσα κέρδισε) για κάθε ελεγχόμενο και, εφόσον δεν αιτιολογείται, υπόκειται σε φορολόγηση.
Οι αυξήσεις ή μειώσεις της «Καθαρής Θέσης» κάθε έτους αναπροσαρμόζονται με βάση τι δίνει και τι παίρνει κάποιος άνευ ανταλλάγματος (αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, προίκας, κέρδη από τυχερά παίγνια, ανταλλαγές) και τις περιπτώσεις εκποίησης αυτών. Το βάρος της απόδειξης για τις πιο πάνω περιπτώσεις φέρει ο φορολογούμενος.
Όλα αυτά, μαζί με τις ατομικές και οικογενειακές δαπάνες κάθε είδους, θα συγκρίνονται με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Οι προκύπτουσες διαφορές θεωρούνται μη δηλούμενο εισόδημα και εφόσον δεν αιτιολογούνται υπόκεινται σε φορολόγηση.
Το πρόβλημα είναι πως ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για τα επιπλέον εισοδήματα που υπολογίζει η εφορία. Ζήτημα είναι και το πώς θα υπολογίζει η εφορία τις πληρωμές με μετρητά, εφόσον πολλοί αποφεύγουν –και για φορολογικούς λόγους– να φέρουν τις καταθέσεις τους ξανά στις τράπεζες.
Η τεχνική αυτή οδηγεί και σε αναδρομικούς φόρους για όλα τα ανέλεγκτα έτη αφού «αναδημιουργεί» το οικονομικό ιστορικό του ελεγχόμενου και προσδιορίζει φορολογητέο εισόδημα, με βάση όλα τα περιουσιακά στοιχεία σε Ελλάδα και εξωτερικό, αλλά και όλα τα διαθέσιμα κεφάλαια, ατομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά (σύζυγος, προστατευόμενα μέλη κ.λπ.).
Η νέα τεχνική προσδιορίζει φορολογητέο εισόδημα παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του φορολογούμενου, είτε με την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωσή τους σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις και τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης χρήσης και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.
Η εφορία μπορεί να στηρίζεται και σε στοιχεία που παίρνει από τράπεζες, ΔΕΚΟ κ.λπ., αλλά και από «πληροφορίες» που φτάνουν στους ελεγκτές.
Για να αποφύγει τα χειρότερα ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί ότι οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του αφορούν μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα όπως εκταμιεύσεις δανείων, συμψηφιστικές κινήσεις και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.
Πηγή : express.gr
Επιμέλεια : NewsRoom Mykonos Ticker
